ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ Ι. ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΒΑΘΥΡΡΥΑΚΟΣ Ν. ΡΟΔΟΠΗΣ

 


Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΜΙΚΡΗ ΤΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Ιστορική τοπογραφία του λεγομένου Φατήρ Γιακά τσιφλικίου  
και θαυματουργική ανεύρεση της εικόνος της  
Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος

 


Πανθρακικής εμβέλειας προσκύνημα

Το προσκύνημα της Παναγίας Φανερωμένης, όπως συνηθίζω να λέγω και να γράφω, αποτελεί την Μικρή Τήνο στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Πρόκειται για ένα πανθρακικής εμβέλειας προσκύνημα με μεγάλη ιστορία το οποίο συνδέεται με την ελληνικότητα αυτού εδώ του τόπου που έχει την τιμή να φιλοξενεί στην όλη γεωγραφική του έκταση αυτό το ιερό μοναστήρι, αυτό το σκήνωμα της Εκκλησίας, το Ιερό προσκύνημα της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος.

Το 12ο μ.Χ αιώνα η περιοχή είχε το όνομα Παναγιά.

Πριν από όλα πρέπει να τονίσουμε ότι η ιστορία του τόπου είναι πολύ πλούσια και αξιόλογη πριν την ανεύρεση της Ιερής και Θαυματουργού εικόνος της Παναγίας της Φανερωμένης. Βρισκόμαστε σε τόπο άγιο, γιατί στα βάθη των αιώνων, κατά την περίοδο ακόμη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, πριν η περιοχή κατακτηθεί από τους Οθωμανούς Τούρκους, είχε έντονη την παρουσία της Παναγίας. Ο μεγάλος βυζαντινός χρονογράφος Καντακουζηνός αναφέρει ότι η περιοχή του Φατήρ Γιακά στην όλη περιοχή που είναι σήμερα το μοναστήρι, ο Αμπελουργικός Σταθμός, η Αίγειρος, η Μεσσούνη- παλαιά Κιρσάρτζα- μέχρι σχεδόν και την σημερινή Σχολή Δοκίμων Αστυφυλάκων έφερε το όνομα «Παναγία». Την μαρτυρία αυτή διασώζει ο μεγάλος Κομοτηναίος, αείμνηστος καθηγητής πανεπιστημίου, Στίλπων Κυριακίδης, καθώς επίσης και ο Κωνσταντίνος Τρεμόπουλος, οι οποίοι έγραψαν για την πόλη της Κομοτηνής και την ευρύτερη περιοχή. Σύμφωνα με τον Καντακουζηνό, όλη αυτή η περιοχή είχε το όνομα Παναγιά, επειδή προφανώς υπήρχε κάποιο ιερό προσκύνημα στην περιοχή το οποίο ήταν αφιερωμένο στο όνομα της Παναγίας.

Η περιοχή πεδίο σύγκρουσης Βυζαντινών και Βουλγάρων

Σύμφωνα με τον Βυζαντινό χρονογράφο Καντακουζηνό σε όλη αυτή την πεδιάδα γινόταν πολύ συχνά στρατιωτικές συγκρούσεις και πολεμικές επιχειρήσεις μεταξύ των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και των Βουλγάρων, οι οποίοι περνούσαν την οροσειρά της Ροδόπης προς την ενδοχώρα της Θράκης για να βγουν στα παράλια, στο Θρακικό πέλαγος. Εδώ μαρτυρείται και καταγράφεται από τον Καντακουζηνό ότι έγινε η σύγκρουση του Βυζαντινού αυτοκράτορος Ανδρονίκου του Γ΄ με τον Οθωμανό ηγεμόνα της Σμύρνης και της Εφέσου Αμούρ ή Ουμούρ, ο οποίος είχε μεταφέρει τα στρατεύματά του στη λίμνη Βιστωνίδα, την λεγόμενη λίμνη Μπουρού, προκειμένου να κατακτήσει την περιοχή της Θράκης. Στην περιοχή του Φατήρ-Γιακά, επειδή ήταν πεδινή, συναντήθηκαν οι δύο δυνάμεις και έγινε η νικηφόρος σύγκρουση με τα Βυζαντινά στρατεύματα, αφού τελικώς επεκράτησε ο Βυζαντινός Ορθόδοξος Αυτοκράτορος Ανδρόνικος ο Γ΄ και οι οθωμανικές δυνάμεις διελύθησαν. Όταν περιγράφει αυτή την περιοχή ο Καντακουζηνός, αναφέρει ότι η πολεμική εκείνη σύγκρουση έλαβε χώρα «κατά τι χωρίον», δηλαδή στην περιοχή υπήρχε κάποιο χωριό.Γράφει δε ο Στίλπων Κυριακίδης ότι ευρύτερα αυτό το χωρίον ωνομασθέν Παναγία «ο ύπτιον ήν και ομαλόν, και μάλιστα επικαιρότατον ιππείς προς πεζούς μάχεσθαι». Δηλαδή ήταν το χωριό πεδινό και μάλιστα πολύ κατάλληλο να πολεμά το ιππικό με το πεζικό. Αυτό το καταγράφει ο Καντακουζηνός και το κυριότερο όλων είναι ότι μας διασώζει ότι όλη αυτή η πεδιάδα έφερε το όνομα Παναγιά.

 

Κιρ Τσιφλίκ, Φατήρ Γιακά, Ορταντζή και Κιρσάρτζα, τέσσερα τσιφλίκια της περιοχής.

Αργότερα, επί Οθωμανοκρατορίας, σε όλη αυτή την περιοχή, από την σημερινή Ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης, τον Αμπελουργικό Σταθμό και σε όλη την έκταση της σημερινής Αιγείρου, Μεσσούνης και βορειότερα αυτών, δημιουργήθηκαν αρκετά τσιφλίκια . Το πρώτο τσιφλίκι ήταν το Κιρ Τσιφλίκ, το οποίο δεν σώζεται, αλλά ως περιοχή εκτείνετο από την Παναγία τη Φανερωμένη που σήμερα είναι το μοναστήρι και έφθανε μέχρι την Καλλίστη και το Παλλάδιο. Το δεύτερο τσιφλίκι ήταν αυτό του Φατήρ-Γιακά, το οποίο εκτεινόταν από το σημερινό μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης, τον Αμπελουργικό Σταθμό, την περιοχή της Αιγείρου, της Μεσσούνης και έφθανε ίσαμε τα μισά του δρόμου για τη Σχολή Δοκίμων Αστυφυλάκων.Το τρίτο τσιφλίκι ήταν αυτό του Ορταντζή, η σημερινή Αμβροσία, και το τέταρτο τσιφλίκι ήταν η Κιρσάρτζα, η σημερινή Μεσσούνη.

Κιρ Τσιφλίκ και Φατήρ Γιακά δύο διαφορετικά τσιφλίκια

Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω μια ιστορική διευκρίνιση. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος Ματθαιάκης, ο μετέπειτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας, γράφει ότι το Κιρ Τσιφλίκ είναι το ίδιο με το τσιφλίκι του Φατήρ Γιακά. Αυτό όμως ιστορικά δεν ευσταθεί. Άλλο το Κιρ Τσιφλίκ και άλλο το τσιφλίκι του Φατήρ Γιακά. Είναι δύο διαφορετικά τσιφλίκια. Αυτό επικαλείται στο βιβλίο του ο Ηπειρώτης γιατρός Μελίρρυτος ο οποίος ζούσε μόνιμα στη Μαρώνεια. Αυτός το 1870 έγραψε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Περιγραφή ιστορική και γεωγραφική της Θεοσώστου Επαρχίας Μαρωνείας», όπου κάνει διαχωρισμό μεταξύ του Κιρ Τσιφλίκ και του Φατήρ Γιακά.

Υπάρχει όμως και η τρίτη άποψη σύμφωνα με την οποία υποστηρίζεται ότι από το Παλλάδιο μέχρι τη Μεσσούνη, όλη αυτή η περιοχή, ήταν ένα τσιφλίκι, το Κιρ Τσιφλίκ και ένα τμήμα αυτού του τσιφλικιού ήταν και η τοποθεσία του Φατήρ-Γιακά.

Κατά τον Μελίρρυτο εξήντα οικογένειες χριστιανών κατοικούσαν στα τέσσερα τσιφλίκια

Αυτά τα τέσσερα  τσιφλίκια δεν είχαν εκκλησιά. Στο Κιρ Τσιφλίκ το 1870 κατοικούσαν δεκαέξι οικογένειες χριστιανών οι οποίοι όμως δεν είχαν εκκλησία και ογανωμένη κοινότητα. Το Ορτατζή Τσιφλίκ είχε δεκαπέντε οικογένειες Χριστιανών Ελλήνων, δεν είχε όμως ενορία οργανωμένη, ούτε εκκλησία, ούτε κοινότητα. Στο Τσιφλίκι Κιρσάρτζα κατοικούσαν δεκαπέντε οικογένειες, ούτε οργανωμένη κοινότητα ούτε εκκλησία, ούτε ενορία είχαν. Στο Φατήρ -Γιακά τσιφλίκι κατοικούσαν δεκαπέντε οικογένειες που επίσης δεν είχαν εκκλησία, ενορία, κοινότητα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία όλοι οι κάτοικοι των τεσσάρων τσιφλικιών, συνολικά περίπου εξήντα οικογένειες, συνεκκλησιάζονταν, όπως γράφει ο  ο Μελίρρυτος, κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές μόνο σε δύο χωριά που είχαν εκκλησιά, στο Σώστη και στους Ασωμάτους. Σε αυτές τις δύο μακρινές από την περιοχή του Φατήρ -Γιακά ενορίες πήγαιναν όλοι οι χριστιανοί των τεσσάρων τσιφλικιών, ώστε να εκκλησιασθούν Πάσχα, Χριστούγεννα, Αι Γιώργη και Δεκαπενταύγουστο.

Ονομασίες της περιοχής

Όπως προαναφέραμε, επί Οθωμανοκρατορίας όλη η περιοχή διαιρέθηκε σε τσιφλίκια. Στους πλούσιους αγάδες ανήκαν φιλέτα γης και αυτοί διοικούσαν την περιοχή, καλλιεργούσαν τα κτήματα και δεν επέτρεπαν φυσικά την ανέγερση εκκλησιών. Το τσιφλίκι ονομάστηκε Φατήρ- Γιακά, επειδή προφανώς οι Οθωμανοί από παραφθορά της λέξης Βαθυρρύαξ, Βαθύ ρυάκι, απέδωσαν στην περιοχή την ονομασία Φατήρ –Γιακά.Τούτο συνέβη  διότι στα βόρεια της σημερινής μονής διήρχετο ο ποταμός Καρά –Σου. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος ήταν αυτός ο οποίος το 1955 άλλαξε την ονομασία και έκτοτε ονομάζεται Παναγία Φανερωμένη Βαθυρρύακος. Δεν είναι όμως η μόνη ονομασία. Υπάρχει  επίσης η ονομασία Παναγία του Φατήρ- Γιακά, Παναγία Φανερωμένη Βαθυρρύακος, η τρίτη ονομασία είναι Παναγία Φατρίκα και μία τέταρτη ονομασία «Παναγία Πατρίκα», όπως μας την διασώζει ο αείμνηστος εφημέριος του Κοσμίου, ο οποίος  γεννήθηκε το 1886 και εκοιμήθη το 1969, ο  Ιερεύς Λάμπρος Θεολογίδης.

Θαυμαστή Εύρεση της παλαιφάτου εικόνας της Παναγίας Φανερωμένης

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, διότι δεν έχουμε γραπτές μαρτυρίες, πριν από πεντακόσια περίπου χρόνια βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι βρέθηκε πριν από τριακόσια χρόνια στην περιοχή Φατήρ- Γιακά με θαυμαστό και υπερφυσικό τρόπο από Οθωμανό Αγά τσιφλικά. Πρόκειται για τον Αγά τσιφλικά του τεραστίου τσιφλικιού του Φατήρ Γιακά, ο οποίος επί τρεις νύκτες, μόνον αυτός και κανείς άλλος, έβλεπε φωτεινό όραμα μέσα στον γαλανό ουρανό της Θράκης και αυτό το φωτεινό όραμα ήταν το σημείο του Σταυρού επί της κορυφής ενός δένδρου, και συγκεκριμένα επάνω σε κάποιο καραγάτσι. Κάποια νύκτα, κατ’ όναρ, η Υπεραγία Θεοτόκος του υπέδειξε, προειδοποιώντας τον ότι δεν θα ανεχθεί την αμέλειά του, να ενημερώσει τις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές, να ανασκάψει σε συγκεκριμένο σημείο και επί της ρίζας του δένδρου όπου εμφανιζόνταν ο σταυρός ‘οπου σε πολύ μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους υπήρχε η εικόνα της. Ο Αγάς υπάκουσε και ενημέρωσε τον τότε Μητροπολίτη Μαρώνειας, ανέσκαψε με τα ίδια του τα χέρια παρουσία του τότε επισκόπου και των προυχόντων της τότε Γκιουμουλτζίνας, η οποία ήταν η πρωτεύουσα του ομώνυμου Καζά, αλλά και πολλών άλλων παρισταμένων Οθωμανών, και ως εκ θαύματος στα χέρια του βρέθηκε η μικρή φορητή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης, η οποία ανήκει ως εικονογραφικός  τύπος στην Παναγία την Βρεφοκρατούσα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ανήκει  στην ιδιαίτερη μορφή του εικονογραφικού τύπου Γλυκοφιλούσας Παναγιάς αλλά το πιο σωστό είναι ότι πρόκειται για την Βρεφοκρατούσα Παναγία. Το σημείο της ευρέσεως της θαυματουργού εικόνος είναι ο χώρος ο οποίος εκτείνεται εντός του σημερινού Αμπελουργικού Σταθμού Αιγείρου, όπου ευρίσκεται το μικρό παρεκκλήσι της «Παναγίας των Ρόδων», όπως ονομάζεται και το οποίο ανακαινίσθηκε το 1994 με δαπάνες του Αμπελουργικού Φυτωρίου Κομοτηνής.

Το σημερινό παρεκκλήσιο είναι το ανακαινισμένο, το οποίο ανήγειραν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δύο μεγάλοι ευεργέτες της Κομοτηνής, ο Τελωνίδης και Σκουτέρης. Αυτό το παρεκκλήσιο που υπάρχει μέσα στον Αμπελουργικό Σταθμό αποτελεί το τρίτο ανακαινισμένο κτίσμα του πρώτου παρεκκλησίου που έκτισαν γύρω στα 1910 -1912 εκείνοι οι Κομοτηναίοι. Σήμερα το παρεκκλήσι ονομάζεται «Παναγιά των Ρόδων» και εκεί υπάρχει άλλη παλαιά εικόνα της Παναγίας, διαφορετική από την θαυματουργό ιστορική εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης.

Διεκδίκηση της εικόνας από τους γύρω οικισμούς και η θαυμαστή τοποθέτησή της στον Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής

Όταν βρέθηκε η Ιερά εικόνα, την διεκδικούσαν πολλές ενορίες, όπως του Ιάσμου, της Αμβροσίας, της Σάλπης, του Πολυάνθου και του παλαιού χωριού όπου ευρίσκεται σήμερα η Μεσσούνη, διότι η Αίγειρος δεν ήταν χωριό απλά υπήρχε το τσιφλίκι του Φατήρ- Γιακά. Την  τελική λύση  έδωσε η ίδια η Παναγία διότι η διαμάχη ήταν μεγάλη. Ενώ βρέθηκε στο Φατήρ- Γιακά Τσιφλίκι, ο τσιφλικάς αρχικά δεν έδινε την άδεια να κτιστεί εκκλησάκι για να φυλαχθεί η εικόνα. Επίσης, όπως προαναφέραμε, δεν υφίστατο οργανωμένη κοινότητα και υπήρχε φόβος μήπως χαθεί η εικόνα. Για αυτό ο τότε Μητροπολίτης επειδή οι ενορίες διεκδικούσαν την εικόνα, αποφάσισε τη λύση να τη δώσει η Παναγία. Έτσι, τοποθέτησε την εικόνα σε καινούργια άμαξα που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ξανά και μάλιστα ζωήλατη, την οποία  έσερναν αρσενικά ζώα αγιασμένα από τον Δεσπότη,  και αφού έκανε δέηση ο Μητροπολίτης προς την Θεοτόκο, την παρεκάλεσε αυτή να δείξει το σημείο όπου θα ήθελε να εγκατασταθεί μόνιμα. Η πομπή ξεκίνησε χωρίς να υπάρχει οδηγός αναβάτης (καμουτσίκης) ώστε να κατευθύνει την άμαξα. Ξεκίνησε με το χτύπημα του Δεσπότη και πήρε τη στράτα. Δεν σταμάτησε σε κανένα από τα χωριά που την διεκδικούσαν, αλλά έφθασε στην Κομοτηνή, μπροστά στον Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας, κοντά στην σημερινή οδό Βενιζέλου. Εκεί σταμάτησαν τα ζώα, εκεί θέλησε να εγκατασταθεί η Θεοτόκος. Αυτό το δέχθηκαν οι κάτοικοι και ειρήνευσαν. Ο Δεσπότης τοποθετεί την εικόνα στα Άγια των Αγίων. Συνέβη όμως και κάτι άλλο θαυμαστό. Όταν έβαλαν την εικόνα επάνω στο αμάξι και τα ζώα πήραν το δρόμο επιβιβάσθηκε και η ανάπηρη και κωφάλαλη εγγονή του ιδιοκτήτη Αγά του τσιφλικιού. Την ώρα λοιπόν που έφθανε η άμαξα με την Παναγία μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας, το μικρό κορίτσι σηκώθηκε στο κάρο και φώναξε στα τουρκικά «Meri ane», Μητέρα Μαρία. Είχε βρει  τη φωνή της και σηκώθηκε στα πόδια της. Από τότε ο Οθωμανός Αγάς πίστευσε και έδωσε λόγο τιμής στις εκκλησιαστικές αρχές ότι για κάθε τι που χρειάζονται για την προστασία αυτού του ιερού τόπου, θα το έχουν.

Ανέκδοτη επιστολή Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ για την ανέγερση εκκλησίας στο τσιφλίκι «Φατήρ Γιακά».

Έκτοτε πέρασαν τα χρόνια. Οι ντόπιοι δεν ξέχασαν το θαυμαστό γεγονός, το οποίο τιμούσαν,αλλά εκκλησία δεν υπήρχε.

Πριν από ολίγα χρόνια έφθασαν στα χέρια μας, ύστερα από μακρά έρευνα  στους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας στο Φανάρι, περί τα 250 ανέκδοτα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην εκκλησιαστική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας. Ένα από τα έγγραφα αυτά είναι και  μία ανέκδοτη επιστολή του έτους 1904, την οποία είχε αποστείλλει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής (1901-1914) στον τότε Μαρωνείας Νικόλαο. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατόπιν του υποβληθέντος σχετικού αιτήματος από τον Μητροπολίτη Νικόλαο, είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες και είχε επιτύχει την έκδοση του υπουργικού τεσκερέ από το αρμόδιο υπουργείο για την ανέγερση εκκλησίας στο τσιφλίκι «Φατήρ- Γιακά» ή «Φατρίκα» με εξ ολοκλήρου δαπάνες των νέων τότε ιδιοκτητών του τσιφλικίου (σημερινό κτήμα αμπελουργικού σταθμού) Ελευθερίου Τελωνίδη και Κωνσταντίνου Σκουτέρη, οι οποίοι αγόρασαν το 1903-1904 δεκαπέντε στρέμματα από το συγκεκριμένο τσιφλίκι κατόπιν συμφωνίας με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, που ήταν ο Οθωμανός Αγάς και ονομαζόταν Αμέτ  Μποσνάκογλου Εφέντη, όπου περίπου στα 1910 -1912 έκτισαν το πρώτο μικρό παρεκκλήσιο επ’ ονόματι της Παναγίας .

Οι δύο αυτοί εν πολλοίς άγνωστοι Κομοτηναίοι ευεργέτες, όπως και πολλοί άλλοι (Λάμπρος Κομνηνός, Θεοχάρης Ζωήογλου, Μιχαήλ Σούζος, Αθανάσιος Καστάνιας, Ιωάννης Ζωΐδης, Γεώργιος Σίτης, Χατζηγιώργος Τσακίρογλου, Νικόλας και Τηλέμαχος Μπάσμπας και Κυριάκος και Οδυσσέας Κούλογλου), ύστερα από την έντονη προτροπή των κατά τόπους Ελλήνων προξένων της Θράκης (Αδριανουπόλεως και Δεδέαγατς) και του τότε Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου,  είχαν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις γης (τσιφλίκια και αγροτεμάχια) στην ύπαιθρο χώρα του καζά Γκιουμουλτζίνας, ειδικότερα πέριξ της Κομοτηνής και των Σαπών, προκειμένου οι εκτάσεις αυτές να μην περιέλθουν στα χέρια της τότε «Πανσλαβικής Εταιρείας» και των Βουλγάρων εξαρχικών, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς να διεισδύσουν και εγκατασταθούν στα εσώτατα του καζά Γκουμουλτζίνας. Σημειωτέον ότι οι Βούλγαροι σχισματικοί εξαρχικοί ιερείς είχαν ήδη εισέλθει στον Καζά Γκιουμουλτζίνας από το 1899.

Από έγγραφα εκπροσώπων των υπουργείων Εξωτερικών πιστοποιείται ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής εόρταζαν την Παναγία. Το έτος 1906, ο επιθεωρητής των Ελληνικών Σχολείων Θράκης Δ. Σάρρος, αναφέρει σε έγγραφό του, το οποίο απέστειλε στο υπουργείο Εξωτερικών προκειμένου να δείξει την ελληνικότητα της περιοχής, τα εξής: «Το τελευταίον δε Βαθυρρύαξ, όπερ είναι κατά τα δύο τρίτα κτήμα ομογενών Ηπειρωτών, έχει αγίασμά τι, περί ο γίνεται κατ’ έτος πανήγυρις των περιοίκων μεγάλη, καθ’ ήν συλλέγονται περί τας 40 λίρας προς ίδρυσιν εκκλησίας εκεί. Έχουσι μέχρι τούδε 200 λίρας οι ιδιοκτήται του χωριού. Δέον να επιταχυνθή η ίδρυσις της Εκκλησίας, εν η θα εκκλησιάζωνται και πάντα τα παρ’ αυτό λοιπά ημέτερα σλαβόφωνα χωρία, άτινα περιτρέχει ο Βούλγαρος ιερεύς προς προσηλυτισμόν».

«Αναφορά – έκθεση» καθηγητή του γυμνασίου Αδριανουπόλεως Χ. Σκαλισιάνου

Ο δε Καθηγητής του Γυμνασίου Αδριανουπόλεως Χ. Σκαλισιάνος στην έγγραφη «Αναφορά – Έκθεση», την οποία συνέταξε το έτος 1907 για την ίδια περιοχή, γράφει: «Εν ταύτη υπάρχουσι τσιφλίκια ανήκοντα εις ημετέρους κατά το πλείστον και αγίασμα απολαύον μεγάλου σεβασμού παρά των κατοίκων των πέριξ χωρίων, έχει δε εισπραχθή εξ αφιερωμάτων εις το αγίασμα τούτο ποσόν υπέρ τας 200 λίρας. Διά των χρημάτων τούτων, άτινα ευρίσκονται εις χείρας του εν Γκιμουλτζίνη ομογενούς Σκουτέρη, εις ου το τσιφλίκιον ευρίσκεται το αγίασμα, ηδύνατο να οικοδομηθή εκκλησία, εις ην θα ηκκλησιάζοντο οι κάτοικοι των χωρίων Ορτατζή (Αμβροσία) και Κιρσάρτζας (Μεσούνη), και συν τω χρόνω αγοραζομένων των τσιφλικίων τούτων και ιδρυομένου μικρού ελληνικού συνοικισμού εν Βαθυρρύακι, θα κατωρθούτο διά της συνεχούς επικοινωνίας των χωρίων τούτων προς την εκκλησίαν και τον ελληνικόν συνοικισμόν του Βαθυρρύακος, ο εξελληνισμός αυτών».

Παραχώρηση του κτήματος στον Μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής

Οι δύο ευεργέτες Τελωνίδης και Σκουτέρης αλλά και ο Αγάς Αμέτ Μποσνάκογλου, στον οποίο ανήκε ένα μικρό τμήμα του τσιφλικιού, παρεχώρησαν το κτήμα τους στον Μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής. Το βέβαια πάντως είναι ότι μέχρι το έτος 1907 δεν είχε ανεγερθεί το πολύ μικρό παρεκκλήσιο της Παναγίας που βλέπουμε σήμερα στο σημείο όπου ευρέθη,ήτοι  εντός του νυν αμπελουργικού σταθμού, η θαυματουργή εικόνα. Θα πρέπει, με κάθε επιφύλαξη να υποθέσουμε ότι το μικρό παρεκκλήσιο θα πρέπει να ανηγέρθη στο χρονικό διάστημα 1910-1912, πριν δηλαδή από την βουλγαρική κατοχή του τότε Καζά Γκουμουλτζίνας. Το μικρό εκείνο παρεκκλήσιο ανακαινίστηκε το 1994 και σήμερα υπάρχει πανέμορφο με τον ονομασία «Παναγιά των Ρόδων» για να μας υπενθυμίζει το σημείο ευρέσεως της ιστορικής και θαυματουργού εικόνος της Παναγίας Φανερωμένης.

Λάθος η κατάληψη της περιοχής από το δημόσιο, γιατί το μοναστήρι έπρεπε να βρίσκεται εκεί που είναι η εικόνα

Το 1930 το ελληνικό δημόσιο αφού  καταλαμβάνει την περιοχή Φατήρ- Γιακά και την μετατρέπει σε Αμπελουργικό Σταθμό,  παραχωρεί αντ’ αυτής της περιοχής στην Μητρόπολη Μαρωνείας την έκταση όπου βρίσκεται το σημερινό μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης. Ήταν λάθος αυτό γιατί το μοναστήρι έπρεπε να ανεγερθεί εκεί όπου βρέθηκε η εικόνα. Δεν έπρεπε να δεχθούμε κάτι τέτοιο. Ωστόσο μέχρι και σήμερα ουδείς έχει αποπειραθεί να απομακρύνει το πηγάδι με το αγίασμα που βρίσκεται δίπλα στο μικρό παρεκκλήσιο εντός του Αμπελουργικού Σταθμού.

Το 1930 κτίζεται το νέο μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος

Την περίοδο εκείνη ο Μητροπολιτικός Ναός και η επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων που είχε την έδρα της στην Κομοτηνή, προσφέρουν χρήματα και στα 1930 στη νέα έκταση την οποία παρεχώρησε το ελληνικό κράτος ο τότε αείμνηστος Μέγας Μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμος ο Δ΄ κτίζει ένα μικρό ναΐσκο. Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης Τιμόθεος (1957-1974) αποφασίζει η εικόνα να μην βρίσκεται στον Μητροπολιτικό Ναό της Κομοτηνής αλλά να μεταφερθεί στον φυσικό της χώρο. Στις 3 Ιουλίου του 1955 μεταφέρεται  η εικόνα από τον Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας  και εγκαθίσταται στη σημερινή μονή Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος. Από τότε ξεκινά η ανοικοδόμηση όλων των κτισμάτων της Μονής. Από εκεί και πέρα το 1960-1962 έγινε η ολοκλήρωση των κελιών που ξεκίνησε το 1958 και το 1971 κτίσθηκε το κωδωνοστάσιο. Αρχικά (1957)λειτούργησε ως ανδρικό μοναστήρι και αργότερα το 1960 ως γυναικεία μονή. Το 1969 έγινε και πάλι ανδρώα μονή. Το 1970 κατεσκευάσθη το μαρμάρινο προσκυνητάριο όπου βρίσκεται η Παναγία  κατόπιν δωρεάς της Χριστίνας Μουρίκη στη μνήμη του συζύγου της Αναστασίου και το 1971 εγκαινιάστηκε το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής.

Το πανηγύρι της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος

Μέχρι το 1930 το πανηγύρι, το οποίο κρατούσε μία εβδομάδα και όχι δυο ημέρες, και  πραγματοποιούνταν στον Αμπελουργικό σταθμό όπου δεκάδες χιλιάδες λαού, από την Ξάνθη, την Αλεξανδρούπολη και από όλο το νομό Ροδόπης έρχονταν και επί επτά ημέρες τιμούσαν και προσκυνούσαν την Παναγία Φανερωμένη στα εννιάμερά της. Κατασκήνωναν, νήστευαν, κοινωνούσαν, μαγείρευαν και γλεντούσαν την ημέρα της εορτής της. Στα 1971 ο Μέγας Υμνογράφος του Οικουμενικοιύ Πατριαρχείου Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης κατά παράκληση του τότε Μαρωνείας Τιμοθέου έγραψε και παρακλητικό κανόνα για την Παναγία Φανερωμένη στου οποίου τα τροπάρια διαβάζουμε ότι ακόμη  και από την  Μακεδονία και την  Ήπειρο έρχονται οι πιστοί και προσκυνούν την Φανερωμένη Παναγία του Φατήρ-Γιακά, Χριστιανοί και Οθωμανοί, οι οποίοι πεζοπορούντες από όλα τα σημεία του νομού προσέρχονται για να προσκυνήσουν στην Υπέρμαχο Στρατηγό του Γένους. Οι Οθωμανοί μάλιστα θυμούνται ότι η Παναγία ανευρέθη από Οθωμανό Αγά και θεραπεύτηκε η εγγονή του.

Διατελέσαντες Ηγούμενοι στη Μονή

Ηγούμενοι στη Μονή διετέλεσαν ο αείμνηστος Κομοτηναίος Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Ελευθερίου, ο Κομοτηναίος Αρχιμανδρίτης Γεννάδιος, ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Καραμανάκος και ο Αρχιμανδρίτης Προκόπιος. Όλοι αυτοί συνέβαλαν με πρώτο τον Μαρωνείας Τιμόθεο για να φθάσει το μοναστήρι στη σημερινή μορφή του.

Συνεχής και φανερή η παρουσία της Παναγίας στη Θράκη

Πολλά είναι τα καταγεγραμμένα και ομολογημένα θαύματα με πρώτο εκείνο που σχετίζεται με τις γυναίκες οι οποίες αντιμετωπίζουν προβλήματα τεκνοποιίας. Μου έλεγε και το καταθέτω στη μνήμη του ο αείμνηστος Χρυσόστομος Καραμανάκος ότι πολλές φορές μετά τον εσπερινό κλείδωνε το μοναστήρι και πήγαινε στο κελί του. Μετά από λίγη ώρα έβγαινε έξω, έβλεπε αναμμένα τα φώτα και αναρωτιόταν ποιος τα άναψε. Μέσα υπήρχαν προσκυνητές στους οποίους είχε ανοίξει  η Παναγία επειδή δεν ήθελε να αφήσει έξω από το ναό της αυτούς που με αγάπη είχαν μεταβεί να προσκυνήσουν και ήθελαν να ανάψουν ένα κεράκι στη Χάρη της. Πολλές φορές οι ίδιοι οι πιστοί του έλεγαν ότι μπήκαν και άναψαν κερί και απορούσε πώς έγινε αυτό αφού η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Φανερωμένη η Παναγία, συνεχής και φανερή η παρουσία της μέσα στον τόπο μας, στην ευλογημένη Θράκη μας. Λέγεται ότι κυρίως όταν έρχονταν πλημμύρες η καμπάνα χτυπούσε πριν από ημέρες.

Το 1974 όταν έγινε η επιστράτευση, οι φαντάροι διέρχονταν την περιοχή από το στρατόπεδο της Καλλίστης μέχρι τις μεγάλες μονάδες της Κομοτηνής. Περνά το μικρό τζιπάκι με έξι φαντάρους από τον παλιό δρόμο μπροστά από την κεντρική πύλη της Μονής και οι φαντάροι βλέπουν μία γερόντισσα  μαυροφορούσα γυναίκα. Η επιβλητική αυτή γυναίκα σήκωσε το χέρι της και οι φαντάροι θεώρησαν ότι ήταν καλόγρια και σταμάτησαν. Τη ρώτησαν τι θέλει. Της είπαν μάλιστα ότι δεν μπορούσαν να την πάρουν γιατί ήταν σε επιστράτευση. Η Παναγία υπομειδίασε και τους είπε ότι ούτε πόλεμος θα γίνει, ούτε κακό στην Ελλάδα θα συμβεί, αλλά ακόμα και να γίνει πόλεμος, «τη Θράκη εγώ την έχω έτσι δεμένη και σκεπασμένη όπου εχθρού και αλλόθρησκου το πόδι δεν θα πατήσει και δεν θα την κατακτήσει  ποτέ. Ο τόπος αυτός «Παναγία εστί». Να η μαρτυρία του Βυζαντινού Καντακουζηνού ο οποίος έλεγε ότι ο τόπος αυτός ονομαζόταν Παναγία. Οι φαντάροι έφυγαν και λίγο αργότερα, όταν είδαν από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου, η γυναίκα είχε χαθεί.

Η Παναγία των Ρόδων θέλησε να μείνει εκεί που βρέθηκε η Παναγία η Φανερωμένη.

Ένα τελευταίο το οποίο  θα θέλαμε να επισημάνουμε είναι ότι ο πολύς κόσμος συγχέει την εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης με την εικόνα, η οποία βρίσκεται στο παρεκκλήσιο του Αμπελουργικού Σταθμού. Αναφέρουν εσφαλμένα ότι, όταν μετέφεραν την εικόνα από τον Μητροπολιτικό Ναό και την πήγαιναν στο Μοναστήρι, η εικόνα γύριζε πίσω. Δεν είναι όμως η εικόνα της Φανερωμένης που γύριζε πίσω, αλλά η εικόνα που βρίσκεται στο μικρό παρεκκλήσιο εντός του Αμπελουργικού Σταθμού. Η θαυματουργή εικόνα από το 1955, όταν και εγκατεστάθη στο νέο μοναστήρι, δεν μετακινήθηκε ποτέ. Η εικόνα της Παναγίας η οποία γύριζε πίσω είναι αυτή που βρίσκεται στο προσκυνητάριο μέσα στον Αμπελουργικό σταθμό, η Παναγία των Ρόδων. Αυτήν όντως προσπάθησαν να την πάρουν από το παρεκκλήσιο και να την τοποθετήσουν στο νέο μοναστήρι. Μέρα την πήγαιναν και τη νύχτα ένα φως έφευγε από το μοναστήρι και κατευθυνόταν στον Αμπελουργικό Σταθμό. Το πρωί έβρισκαν την εικόνα στο μικρό παρεκκλήσιο. Τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου ο Μαρωνείας Τιμόθεος απεφάσισε, επειδή η Παναγία των Ρόδων «εδώ θέλει να μείνει», να την αφήσει στο μικρό παρεκκλήσιο όπου και μέχρι σήμερα παραμένει.



ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΩΡ ΠΑΝΑΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΒΑΘΥΡΡΥΑΚΟΣ
Η ΜΙΚΡΗ ΤΗΝΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Άγνωστα ιστορικά στοιχεία για την ανέγερση του παλιού παρεκκλησίου στον τόπο
ανευρέσεως της θαυματουργού εικόνος της Παναγίας Φανερωμένης

Είναι γνωστό ότι η ιερά, ιστορική και εφέστια θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος ευρέθη θαυματουργικώς σε σημείο εντός του σημερινού αμπελουργικού σταθμού Αιγείρου, όπου σήμερα ευρίσκεται το παρεκκλήσιο της «Παναγίας των Ρόδων». Η όλη περιοχή κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας έφερε την ονομασία «Φατήρ-Γιακά» ή «Πατρίκα» ή «Φατρίκα» ή «Βαθυρρύαξ» λόγω του παρακείμενου την εποχή εκείνη ποταμού Καρά Σου. Το θαυμαστό γεγονός είναι ότι η Θεομήτωρ εφανερώθη και γι’ αυτό ο Μαρωνείας Τιμόθεος την ονόμασε «Παναγία Φανερωμένη», σε κάποιο οθωμανό Τσιφλικά Αγά, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του λεγομένου Φατήρ-Γιακά Τσιφλικίου, το οποίο εκτείνετο στην περιοχή που σήμερα καταλαμβάνει ο Αμπελουργικός Σταθμός Αιγείρου.  

Η ιερά εικών μετά την ανεύρεσή της εφυλάσσετο επί δεκαετίες στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής, στον οποίο η ιδία η εικών επέλεξε με θαυμαστό τρόπο να εγκατασταθεί. Πώς συνέβη; Επειδή λοιπόν διεκδικούσαν διάφορα χωριά (πέντε με έξι) την φύλαξη της εικόνος, ο τότε μητροπολίτης απεφάσισε η εικών να τοποθετηθεί σε άμαξα στην οποία είχαν προσδέσει νέους βόες (βόδια), και ορίστηκε να εγκατασταθεί η εικών στο σημείο όπου θα σταματούσαν τα ζώα. Τελικώς τα ζώα σταμάτησαν στον ιερό μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής, όπου και παρέμεινε μέχρι το έτος 1955, οπότε μετεφέρθη από τον αείμνηστο μεγάλο εκείνο μητροπολίτη Μαρωνείας Τιμόθεο Ματθαιάκη (1954-1974) στην νεοανεγερθείσα τότε ιερά μονή της Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος, στην τοποθεσία όπου ευρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Στο μεταξύ, ο μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος Σαρρίδης (1922-1938) κατά το έτος 1930, όταν το κτήμα του σημερινού αμπελουργικού σταθμού πέρασε στο δημόσιο και το κράτος παρεχώρησε έκταση, όπου σήμερα ευρίσκεται η ιερά μονή Φανερωμένης, ανήγειρε μικρό παρεκκλήσιο προς τιμήν της Παναγίας επί του οποίου ανηγέρθη μετέπειτα το καθολικό της σημερινής Μονής Παναγίας Φανερωμένης. Για την ανέγερση του μικρού εκείνου παρεκκλησίου συνεισέφερε οικονομικά και ο ιερός μητροπολιτικός ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής, όπου, όπως προαναφέραμε, εφυλάσσετο επί μακρόν η θαυματουργός εικών. Εκείνο το παρεκκλήσιο κατεδάφισε ο μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος και ανήγειρε κατά τα έτη 1954-1955 το νέο καθολικό της μονής και εκεί τοποθέτησε την ιερά εικόνα. Σήμερα πια ούτε το υπό του Τιμοθέου αρχικώς ανεγερθέν καθολικό σώζεται αλλά υπάρχει στην θέση του ο νέος ναός της Μονής.

Τα παραπάνω στοιχεία είναι εν πολλοίς γνωστά και από την παλαιοτέρα αρθρογραφία μας για την Παναγία Φανερωμένη Βαθυρρύακος. Τα άγνωστα όμως στοιχεία που θα παραθέσουμε στο παρόν άρθρο μας αφορούν την ιστορία ανεγέρσεως του σήμερα υπάρχοντος και σχετικά προσφάτως (1994) ανακαινισθέντος μικρού παρεκκλησίου στον αμπελουργικό σταθμό, στο σημείο όπου ευρέθη η θαυματουργός εικών.

Ανέκδοτη επιστολή Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ για την ανέγερση εκκλησίας στο τσιφλίκι «Φατήρ Γιακά»

Πριν από ολίγα χρόνια έφθασαν στα χέρια μας, ύστερα από μακρά και επισταμένη έρευνα που κάναμε στους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας στο Φανάρι, περί τα 250 ανέκδοτα έγγραφα που αναφέρονται στην εκκλησιαστική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας. Ένα από τα έγγραφα αυτά είναι μια ανέκδοτη επιστολή του έτους 1904, την οποία είχε αποστείλλει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ (1901-1914). Σύμφωνα με την επιστολή αυτή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατόπιν του προηγουμένως υποβληθέντος σχετικού αιτήματος από τον Μητροπολίτη Νικόλαο, είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες και είχε επιτύχει την έκδοση του υπουργικού τεσκερέ (έγγραφη κρατική οθωμανική άδεια) από το αρμόδιο υπουργείο για την ανέγερση εκκλησίας στο τσιφλίκι «Φατήρ-Γιακά» ή «Φατρίκα» με εξ ολοκλήρου δαπάνες των νέων ιδιοκτητών του τσιφλικιού (σημερινό κτήμα αμπελουργικού σταθμού) Ελευθερίου Τελωνίδη και Κωνσταντίνου Σκουτέρη, οι οποίοι είχαν αγοράσει το 1903-1904 το τσιφλίκι από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, που ήταν Οθωμανός Αγάς και ονομαζόταν Αμέτ Εφέντ Μποσκάνογλου. Όλη η περιοχή με τα κτήματα του Αγά ονομαζόταν «Κιρ Τσιφλίκ» και ένα μέρος αυτού έφερε την ονομασία «Φατήρ-Γιακά».

Κομοτηναίοι ευεργέτες

Οι δύο αυτοί εν πολλοίς άγνωστοι Κομοτηναίοι ευεργέτες, όπως και πολλοί άλλοι, (Λάμπρος Κομνηνός, Θεοχάρης Ζωήογλου, Μιχαήλ Σούζος, Αθανάσιος Καστανιάς, Ιωάννης Ζωίδης, Γεώργιος Σίτης, Χατζηγιώργος Τσακίρογλου, Νικόλας και Τηλέμαχος Μπάσμπας και Κυριάκος και Οδυσσέας Κούλογλου), ύστερα από την έντονη προτροπή των κατά τόπους Ελλήνων Προξένων της Θράκης (Αδριανουπόλεως και Δεδέαγατς) και του τότε Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου, ο οποίος εκτελούσε σχετική εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχαν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις γης (τσιφλίκια και αγροτεμάχια) στην ύπαιθρο του καζά Γκιουμουλτζίνας, ειδικότερα πέριξ της Κομοτηνής και των Σαπών, προκειμένου οι εκτάσεις αυτές να μην περιέλθουν στα χέρια της τότε «Πανσλαβικής Εταιρείας» και των Βουλγάρων σχισματικών εξαρχικών, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς να διεισδύσουν και εγκατασταθούν στα εσώτατα του καζά Γκιουμουλτζίνας.

Έγγραφη έκθεση του επιθεωρητή σχολείων Δ. Σάρρου

Σημαντικά στοιχεία για την περιοχή Βαθυρρύακος μας παρέχει σε έγγραφη έκθεση, που συνέταξε το έτος 1906, ο επιθεωρητής των σχολείων Θράκης Δ. Σάρρος, ο οποίος αναφέρει τα εξής: : «Το τελευταίον δε Βαθυρρύαξ, όπερ είναι κατά τα δύο τρίτα κτήμα ομογενών Ηπειρωτών, έχει αγίασμά τι, περί ο γίνεται κατ’ έτος πανήγυρις των περιοίκων μεγάλη, καθ’ ήν συλλέγονται περί τας 40 λίρας προς ίδρυσιν εκκλησίας εκεί. Έχουσι μέχρι τούδε 200 λίρας οι ιδιοκτήται του χωριού. Δέον να επιταχυνθή η ίδρυσις της Εκκλησίας, εν η θα εκκλησιάζωνται και πάντα τα παρ’ αυτό λοιπά ημέτερα σλαβόφωνα χωρία, άτινα περιτρέχει ο Βούλγαρος ιερεύς προς προσηλυτισμόν».

 

«Αναφορά-έκθεση» καθηγητή του γυμνασίου Αδριανουπόλεως Χ. Σκαλισιάνου

Ο δε καθηγητής του γυμνασίου Αδριανουπόλεως Χ. Σκαλισιάνος στην έγγραφη «Αναφορά-έκθεση», που συνέταξε το έτος 1907 για την ίδια περιοχή, γράφει: «Εν ταύτη υπάρχουσι τσιφλίκια ανήκοντα εις ημετέρους κατά το πλείστον και αγίασμα απολαύον μεγάλου σεβασμού παρά των κατοίκων των πέριξ χωρίων, έχει δε εισπραχθή εξ αφιερωμάτων εις το αγίασμα τούτο ποσόν υπέρ τας 200 λίρας. Διά των χρημάτων τούτων, άτινα ευρίσκονται εις χείρας του εν Γκιμουλτζίνη ομογενούς Σκουτέρη, εις ου το τσιφλίκιον ευρίσκεται το αγίασμα, ηδύνατο να οικοδομηθή εκκλησία, εις ην θα ηκκλησιάζοντο οι κάτοικοι των χωρίων Ορτατζή (Αμβροσία) και Κιρσάρτζας (Μεσούνη), και συν τω χρόνω αγοραζομένων των τσιφλικίων τούτων και ιδρυομένου μικρού ελληνικού συνοικισμού εν Βαθυρρύακι, θα κατωρθούτο διά της συνεχούς επικοινωνίας των χωρίων τούτων προς την εκκλησίαν και τον ελληνικόν συνοικισμόν του Βαθυρρύακος, ο εξελληνισμός αυτών».

Οι δύο ευεργέτες Τελωνίδης και Σκουτέρης στην συνέχεια παρεχώρησαν το κτήμα τους στον μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής. Το βέβαιο πάντως είναι ότι μέχρι το έτος 1907 δεν είχε ανεγερθεί το πολύ μικρό παρεκκλήσιο της Παναγίας που βλέπουμε σήμερα στο σημείο όπου ευρέθη εντός του νυν αμπελουργικού σταθμού, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης. Θα πρέπει, με κάθε επιφύλαξη, να υποθέσουμε ότι το μικρό παρεκκλήσιο να ανηγέρθη στο χρονικό διάστημα 1908-1912, πριν δηλαδή από την βουλγαρική κατοχή του τότε Καζά Γκιουμουλτζίνας. Το μικρό εκείνο παρεκκλήσιο που φέρει την ονομασία «Ρόδον το Αμάραντον», ανακαινίστηκε για τρίτη φορά κατά το έτος 1994 και σήμερα υπάρχει πανέμορφο για να μας υπενθυμίζει το σημείο ευρέσεως της ιστορικής και θαυματουργού εικόνος της Παναγίας Φανερωμένης.

Παρακλητικός Κανόνας εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Φανερωμένην  υπό του
Μεγάλου Υμνογράφου Γερασίμου του Μικραγιαννανίτου

Ο αοίδιμος και μακαριστός Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος (1954-1974) ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε κατά το έτος 1969 και σε αγαστή συνεννόηση με τις τοπικές αρχές καθιέρωσε ειδικές εκκλησιαστικές τελετές κατά τον εορτασμό των «Ελευθερίων» της Κομοτηνής, όπου μεταφέρεται η θαυματουργός εικών της Φανερωμένης Θεομήτορος.

Την ιδιαίτερη ιστορική, εθνική και πνευματική σύνδεση και σχέση της Υπεραγίας Θεοτόκου με την πόλη της Κομοτηνής και τον Ν. Ροδόπης ο αοίδιμος Μητροπολίτης Τιμόθεος περιγράφει ως εξής: «…στοιχούντες τη ευσεβεί παραδόσει και απηχούντες την πίστιν του λαού της Ροδόπης προς την πολιούχον της Κομοτηνής Υπεραγίαν Θεοτόκον, εις τιμήν της οποίας είναι αφιερωμένος και ο πρώτος και αρχαιότερος ιερός ναός της πόλεως, κείμενος εντός των σωζομένων τειχών αυτής, συνεδέσαμεν την απελευθέρωσιν από του εχθρικού ζυγού με την Υπέρμαχον Στρατηγόν του Έθνους, της οποίας η προστασία και επέμβασις πολλάκις εξεδηλώθη υπέρ της πόλεως και των κατοίκων αυτής κατά διαφόρους εχθρικάς επιδρομάς και εισβολάς, και της οποίας η ιερά οπτασία κατ’ επανάληψιν ενεφανίσθη υπεράνω του Μητροπολιτικού ναού, ως ουράνιον τόξον και θεία σκέπη. Άλλωστε και η αναίμακτος κατάληψις της πόλεως υπό των προελαυνόντων νικηφόρων Ελληνικών στρατευμάτων την 14ην Μαΐου του έτους 1920, εις θαύμα της Παναγίας αποδίδεται».

Στο πλαίσιο τούτο ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μαρωνείας Τιμόθεος εζήτησε υπό του τότε Μεγάλου Υμνογράφου του οικουμενικού Πατριαρχείου, αοιδίμου Μοναχού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου την σύνθεση «Κανόνος Παρακλητικού εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Φανερωμένην».

Στον εξαίσιο τούτο «παρακλητικό κανόνα» και στα δύο απολυτίκια για την Θεοτόκο, η εικών της Θεογεννήτορος παρουσιάζεται ως αιτία εγκαυχήσεως των Κομοτηναίων και πόλος έλξεως στον οποίο προστρέχει πανευλαβώς ο λαός της Ροδόπης. Είναι ο αληθής θησαυρός που ευφραίνει την Κομοτηνή κα νέμει ιάσεις στους κατοίκους της Ροδόπης, η οποία καθαγιάζεται από την αναβλύζουσα χάρη.

Στην α΄ ωδή η Υπεραγία Θεοτόκος καταγράφεται υμνολογικώς ως ουράνιο δώρο και ασπίδα απαλλαγής παντοίων κινδύνων για την Κομοτηνή. Η δε θαυματόβρυτος εικών της Θεομήτορος επιδεικνύει Μητρώα αγάπη και συμπάθεια προς τις αιτήσεις των πιστών, οι οποίοι από παντός γένους και φυλής καταφεύγουν με πίστη και σπουδή προς την Πανάχραντο Μαριάμ.

Στην γ΄ ωδή ανυμνολογούνται τα πολλά θαύματα και η πλούσια χάρη της θαυματοβρύτου εικόνος τόσο στη Θράκη όσο και στη Μακεδονία, όπου οι πιστοί καθαγιάζονται ψυχικά και σωματικά. Η Θεοτόκος φέρεται να φυλάττει ασινή την πόλη της Κομοτηνής από πάσης δυσπραγίας, καθώς επίσης «των κύκλω πόλεων» και την «περίοπτον χώραν της Ροδόπης».

Η δ΄ ωδή δηλώνει την αγαλλίαση των κατοίκων της Κομοτηνής από την ανάβλυση των ταμάτων, τα οποία σβήνουν «τον καύσωνα των νόσων» παρέχοντας υγιεία ψυχής και σώματος σε όλους τους προστρέχοντες στην ιερά πανήγυρη της εικόνος της ακόμη και στους αλλόθρησκους προς τους οποίους είναι «συμπαθείας πηγή πολύρρυτος».

Ο υμνογράφος στην ε΄ ωδή ως στόμα και φωνή λαού δέεται προς την Θεομήτορα να δει συμπαθώς και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των πιστών, οι οποίοι χαίρονται καυχώμενοι με τα θαύματα της εικόνος της, καθώς λιτανεύουν το θείο και σεπτό πρόσωπό της.                                   

 Στην στ΄ ωδή υπογραμμίζεται η άρρηκτη πνευματική σχέση των «φιλοχρίστων δήμων» της Ροδόπης προς την Φανερωμένη Θεοτόκο, ενώ ιδιαιτέρως εξαίρεται το γεγονός ότι και πλείστοι όσοι αλλόφυλλοι προστρέχοντες στην θεομητορική χάρη της ευρίσκουν αδιστάκτως ωφέλεια. Θράκες και Μακεδόνες ανυμνούν την Φανερωμένη Δέσποινα και Κομοτηναίων η Πόλις ανευφημεί τα μεγαλεία της.   

Στην ζ΄ ωδή η Ιερά Μονή της Φανερωμένης χαρακτηρίζεται ως «Πρυτανείον Κοινόν» για τους κατοίκους της Κομοτηνής και όλης της επαρχίας. Η πλουσιόδωρη χάρη της Θεοτόκου νέμει την λύτρωση από ψυχικές και σωματικές ασθένειες και καθίσταται πηγή αφέσεως πταισμάτων και λύσεως συμφορών. Ως ηλιόμορφη κόρη η βρεφοκρατούσα Δέσποινα βαστάζει τον Δεσπότη Χριστό και επηγάζει τα μεγαλεία της στο λαό της. Ο υμνογράφος ιδιαίτερη μνεία κάνει στους γεωργούς και αγρότες και λοιπούς βιοτέχνες, καθώς και στους ξένους και δημότες της περιοχής, άρχοντες και αρχομένους, και πάσης ηλικίας ανθρώπους, οι οποίοι προστρέχουν στην μεσιτική χάρη της.

Ιδιαιτέρως παρακλητική και ικετευτική είναι η η΄ ωδή, στην οποία ο υμνογράφος χαρακτηρίζει τους κατοίκους της Ροδόπης ως «χριστεπώνυμο λαό» για χάρη του οποίου ικετεύει την Θεοτόκο Φανερωμένη να σώζει «πόλιν και λαόν» από κινδύνους, πολύτροπους πειρασμούς και πολυειδή σκάνδαλα, αφού η των Κομοτηναίων πόλις φυλάττει την θαυματουργό εικόνα της ως «πλούτον αφθαρσίας».

Τέλος την θ΄ ωδή, κλήρος και λαός, δέεται της Θεοτόκου όπως αεί χορηγεί την μητρική αρωγή της, οδηγεί προς τα κρείττω την ποίμνη της τοπικής Εκκλησίας και περισκέπει τον απαύστως αγωνιζόμενο εκάστοτε επίσκοπο και ποιμενάρχη της επαρχίας ταύτης.

«Υψίστου Θείε Θρόνε, μόνη Θεοτόκε, ως ευτελές δώρον δέξαι τον ύμνον μου, και την καρδίαν μου πλήρωσον της σης χάριτος».

Τα δύο απολυτίκια τα οποία συνέθεσε θεοπνεύστως ο Μέγας Υμνογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης είναι τα κάτωθι:

1)                     «Εν τη Αγία Θεογεννήτορ Εικόνι σου, Κομοτηναίων η Πόλις, επαγάλλεται καυχωμένη. Ροδόπης δε ο λαός ταύτη προστρέχει πανευλαβώς, ην προσφυώς φανερωμένην καλούμεν, προστασία των ψυχών ημών».

2)                     «Την Θείαν Εικόνα σου, ως θησαυρόν αληθή, η πόλις κατέχουσα, Κομοτηνής η κλεινή, ευφραίνεται Δέσποινα. Πάσα γαρ η Ροδόπη, προς αυτήν καταφεύγει, νέμουσα τας ιάσεις, τοις πιτσώς προσιούσι. Διό Αγνή Φανερωμένη, υμνούμεν την δόξαν σου».     

Περιγραφή της εικόνας της Παναγίας των Ρόδων στο Αμπελουργικό Φυτώριο

«Η μικρών διαστάσεων λεγόμενη φορητή εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας του Β΄ ημίσεως του 19ου αιώνα, που είναι τοποθετημένη σε προσκυνητάριο εντός του Ιερού Παρεκκλησίου στον Αμπελουργικό Σταθμό, η οποία όμως δεν είναι η ιστορική εικόνα της Φανερωμένης που ευρέθη στο συγκεκριμένο σημείο, φέρει ενεπίγραφη την ονομασία «Παναγία των Ρόδων» και για τα εικονογραφικά δεδομένα του Νομού Ροδόπης -άλλοτε Καζά Γκιουμουλτζίνας- αποτελεί σπάνιο είδος αγιογραφημένης Βρεφοκρατούσας Παναγίας, επειδή ακριβώς παρά τους πόδες της Θεοτόκου και επί της βάσεως του Θρόνου στον οποίο παρίσταται καθήμενη η Θεομήτωρ υπάρχει δέσμη ρόδων σε κόκκινη και άσπρη χρωματική απόχρωση. Ακόμη όμως σπανιότερη είναι η μορφή του μικρού Ιησού ο οποίος στο αριστερό του χέρι κρατεί ωσάν να προσφέρει προς την Θεομήτορα Μαρία δέσμη ανάλογων χρωματικών αποχρώσεων ρόδων. Θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει η συγκεκριμένη εικόνα και την ονομασία «Ρόδον το αμάραντον», φράση που απαντάται υμνολογικά σε στίχο του κειμένου του Ακάθιστου Ύμνου. Στο άνω μέρος της εικόνας και εκατέρωθεν της Θεοτόκου ίστανται ικετευτικά, στη λεγόμενη στάση «δεήσεως», δύο λευκοφόροι άγγελοι. Στο κέντρο της εικόνος και πάλι εκατέρωθεν της Θεοτόκου ίστανται ικετευτικά δύο αγιογραφημένες μορφές, εξ αριστερών ιεράρχης άγιος της Εκκλησίας και εκ δεξιών γυναικεία αγία μορφή, που όμως τα ονόματά τους είναι τόσο παραφθαρμένα ώστε να μην μπορούμε να προσδιορίσουμε τα εικονιζόμενα πρόσωπα των δύο αγίων. Στο κάτω μέρος της εικόνος απεικονίζονται έφιπποι οι δύο στρατιωτικοί μεγαλομάρτυρες άγιοι της εκκλησίας μας, Άγιος Γεώργιος και Άγιος Δημήτριος. Δυστυχώς, στο κάτω μέρος όπου συνήθως αναγράφεται αφιερωματική ή δωρητήρια επιγραφή μαζί με το έτος ιστορήσεως της εικόνος και το όνομα του αγιογράφου, φαίνεται ωσάν να αφαιρέθηκε από χέρι το συγκεκριμένο τμήμα του αγιογραφημένου ξύλου, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να προσδιορίσουμε τα παραπάνω στοιχεία τα οποία θα έδιναν ίσως και την χρονολογία κατά την οποία τοποθετήθηκε η εικόνα στο παρεκκλήσιο ύστερα από την απομάκρυνση της θαυματουργικώς ανευρεθείσης εικόνος της Παναγίας Φανερωμένης, η οποία ως γνωστόν φυλάσσεται σε καλλιμάρμαρο και περίτεχνο προσκυνητάριο εντός της ομωνύμου Ιεράς Μονής όπου τοποθετήθηκε από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Μαρωνείας Τιμόθεο (1954-1974) κατά τον Ιούλιο του 1955 αφού μέχρι τότε εφυλάσσετο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής.        

Αναγκαία εν προκειμένω είναι μία ακόμη διευκρίνιση επειδή ο πολύς λαός συγχέει την θαυματουργή και ιστορική εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης με την εικόνα η οποία ευρίσκεται στο παρεκκλήσιο του Αμπελουργικού σταθμού και ονομάζεται «Παναγία, Ρόδον το Αμάραντον». Αναφέρεται εσφαλμένα ότι, όταν έπαιρναν την εικόνα της Φανερωμένης από τον Μητροπολιτικό ναό όπου εφυλάσσετο μέχρι το 1955, και την τοποθετούσαν στην σημερινή Ιερά Μονή, η εικόνα επέστρεφε πίσω. Δεν ήταν όμως η εικόνα της Φανερωμένης που επέστρεφε στο Μητροπολιτικό ναό διότι αφ’ ης στιγμής ενεθρονίσθη στην Ιερά Μονή, ουδέποτε την εγκατέλειψε μέχρι και σήμερα. Η εικόνα «Ρόδον το Αμάραντον» που φυλάσσεται μέχρι και σήμερα στο παρεκκλήσιο του Αμπελουργικού σταθμού είναι η εικόνα που όταν από το συγκεκριμένο ομώνυμο παρεκκλήσιο ετοποθετείτο στην σημερινή Ιερά Μονή, επέστρεφε και πάλι στο παρεκκλήσιο. Μέρα την πήγαιναν στο Μοναστήρι και τη νύχτα ένα φως έφευγε από τη Μονή και κατευθύνετο στο παρεκκλήσιο του Αμπελουργικού σταθμού, όπου οι πιστοί την έβλεπαν θρονισμένη στο λιτό προσκυνητάρι της. Το θαυμαστό αυτό γεγονός συνέβη τρεις φορές και τότε τόσο ο Μητροπολίτης Μαρωνείας όσο και οι πιστοί κατάλαβαν ότι η εικόνα επιθυμεί να μείνει στη θέση της όπου υπάρχει μέχρι και σήμερα.


ΠΗΓΗ:ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΑΜΒΩΝ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

https://sidirasioannis-amvonfanariou.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το Thraki OnLine ενθαρρύνει τον δημόσιο διάλογο για όλα τα ζητήματα επικαιρότητας, παρακαλούμε σχολιάζετε με σύνεση!